Pages

Translate

Showing posts with label Literature. Show all posts
Showing posts with label Literature. Show all posts

Friday, September 28, 2012

Ζ.Ζ.

Εν μέρει κρυφά, εν μέρει φανερά, έτσι τέλειωσαν κι έτσι άρχισαν όλα.





" Ένα δειλινό αυλακωμένο από αστραπές, μ’ έναν σάλο να κατεβαίνει απ’ τα υψώματα σκορπώντας παντού πέτρες, ακόμα χωρίς να βρέχει, μόνο να πέφτουν στάλες εδώ κι εκεί και ν’ αφήνουν πατημασιές στο χώμα – από κείνες τις στάλες –, με την ατμόσφαιρα να ’χει ανταριάσει για καλά και τον κατακλυσμό να πλησιάζει, τρία μικρά αγόρια σ’ έναν δρόμο μάχονταν να φέρουν ακόμα μια γύρα στο παιχνίδι τους, να τελειώσει το στοίχημα (έπαιζαν σβούρες· ο νικητής θα ’φευγε με τρεις σβούρες στην αγκαλιά, οι άλλοι δυο με καμμία), να τελειώσει λοιπόν το στοίχημα – «Παναγίτσα μου, καταιγίτσα μου, κι ύστερα να πιάσεις!» ευχήθηκε εκείνο απ’ τα τρία που η τύχη ως τώρα το ευνοούσε απίστευτα – , να πάρει τέλος όπου να ’ναι το στοίχημα – «Χμ, πού ξέρεις», σκέφτηκε ο δεύτερος εν όσ ο πυρετός ανέβαινε, «πού ξέρεις!», δεν αποκλείεται η τύχη ν’ άλλαζε διάθεση –, να λήξει επιτέλους το αναθεματισμένο το στοίχημα, η τελευταία εκείνη γύρα... -  και ξαφνικά ο τρίτος αποκαρδίστηκε.
«Εμένα έχε με παρατημένο», είπε στον όμοιό του ρίχνοντας μια χαμηλή ματιά στον άλλον· «θα σας κοιτάζω μόνο για να δω».
Και όντως αποσύρθηκε, είχε την ατυχία με το μέρος του ως τώρα και είχε βαρεθεί, ήταν κι αυτή η μαυρίλα από πάνω… Και την ίδια στιγμή δυο γυναίκες πιο πέρα, που μιλούσαν για κάτι σημαντικό κι απ’ την αδημονία χαϊδεύονταν, άγγιζε η μια τα μαλλιά και τους ώμους της άλλης, αποφάσισαν και σταμάτησαν, άφησαν τα σημαντικότερα στη μέση, κι έτρεξαν να κρυφτούν πριν ξεσπάσει η μπόρα. Απόρησαν όμως μ’ εκείνα τα παιδιά, φευγαλέα όπως τα πήρε το μάτι τους, απόρησαν με το σθένος και την αστοχασιά τους, και η μια απ’ τις δυο δεν ησύχασε, έρριξε κάτι στο κεφάλι της και βγήκε πάλι στον δρόμο να πει στα παιδιά να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους, ή εν ανάγκη να τα περιμάσει στο δικό της.
«Άντ’ εσείς εκεί!... Γενναίοι! Φτάνει τόσο!» φώναξε χειρονομώντας προς το μέρος τους, καθώς με βία ξεχώριζε τα τρία μικρά κορμιά να παλεύουν στα ψέμματα (έτσι της φάνηκε, σαν να το γλεντούσαν), όχι πια με τις σβούρες και το στοίχημα, αλλά μ’ έναν αλύπητο δελληβοριά που γύρευε να τα βγάλει απ’ την μέση – να ξαποστείλει και την ίδια βέβαια, γι’ αυτό κούνησε άλλη μια φορά το χέρι της άσκοπα και πήγε και ζάρωσε σ’ έναν τοίχο –, καθώς όλα ήταν φοβερά και προμηνύονταν φοβερότερα κι ως την άλλη στιγμή δεν φαινόταν τίποτε από παιδιά και παιχνίδια στον δρόμο, η βροχή – που μονομιάς πλάκωσε κι έπεφτε σαν να μην είχε σταματήσει επί ώρες – δεν την άφηνε να διακρίνει τίποτα, μόνο κουρτίνες από νερά να την τυλίγουν έβλεπε, να την χτυπούν σαν βέργες, και κάτι έξαλλες αστραπές που χαράκωναν τον ουρανό και κατέβαιναν μερικές-μερικές ως τα πόδια της, εκεί μπροστά της· μπροστά της λες και τις φώναζε, λες και βρισκόταν σε απάτητη βουνοκορφή, αυτή και τα στοιχειά της φύσης.
«Λίγοι έζησαν ν’ αξιωθούν τέτοιο κακό», άρθρωσε χωρίς να το καταλάβει κι αναπάντεχα θυμήθηκε που το περασμένο βράδυ κοίταζε αγριοτριανταφυλλιές σ’ ένα μέρος, στον ύπνο της, κι ένα κορίτσι που ήθελε να βγει κι έπεφτε όσο να βγει έξω· σηκωνόταν, σκάλωνε πάλι, ξανάπεφτε… Καλό σημάδι οι αγριοτριανταφυλλιές. «Καλό σημάδι και φαντασίες», απάντησε στους πόθους της κι επανήλθε στην πραγματικότητα με το να φέρει στην θύμηση κάποιον που έλεγε σε μια παρέα κάποτε πως αν πέσει αστραπή μπροστά σου και δεν σε κάψει, κι είσαι ακόμη ζωντανός, να χρωστάς χάρι, έλεγε, μεγάλη χάρι, αλλά και να μην ξεχνάς… να μην ξεχνάς… - μάρτυς της ο Θεός δεν θυμόταν περισσότερα απ’ τα σοφά εκείνα λόγια, ούτε πού να χρωστάς την χάρι ούτε τι να μην ξεχνάς: η βροχή την μούσκευε ως το κόκκαλο κι εκείνες οι οργισμένες αστραπές, ακόμη κι οι μακρινότερες, την άγγιζαν μέχρι το μέσα της ψυχής της και την ανάγκαζαν να κρατάει ανοιχτά τα μάτια και φυσικά να μη σαλεύει – να πάει πού; «Δεν έχω γλυτωμό», ψιθύρισε ξανά, «μόνο από θαύμα», κι έκανε ασυναίσθητα να πάει πιο πίσω, μα η πλάτη της ακουμπούσε στον τοίχο· για βήμα μπροστά ούτε λόγος. Κι αφαιρέθηκε για  λίγο βάζοντας το χέρι της στο στόμα, λυπούμενη τα ρούχα που φορούσε… Κι είδε ένα σκυλί να κλαίει μπροστά της ταπεινωμένο, να κουνιέται στο πλάι της, πάλι μπροστά της, που δεν ήταν σαν τα άλλα σκυλιά. Το είδε και το ’χασε. «Σήμερα το μυαλό μου δεν δουλεύει καλά», σκέφτηκε. Πώς ήταν δυνατόν; Δεν ήταν ένα αυτό το σκυλί και δεν ήταν μόνο το μυαλό της· υπήρχε και δεύτερο – τα είδε που πέρασαν με μια κίνηση δυο κεφάλια (το ’να μπροστά, τ’ άλλο κατ’ αλλού), παρέλυσε η καρδιά της απ’ τον τρόμο, ύστερα χάθηκαν. Μα ούτε δύο μπορούσες να τα πεις αυτά τα σκυλιά ούτε ένα. Α, μήπως ήταν καλύτερα να βλέπει αστραπές; Οι αστραπές τουλάχιστον έλεγες πως είναι αστραπές, δουλειές της φύσης, ενώ το άλλο… «Ησύχασε, να χαρείς ησύχασε», είπε στον εαυτό της, έτοιμη όπως ήταν να παραδοθεί σε ζοφερότερες σκέψεις. «Είναι η μπόρα, εκείνο το σύννεφο απ’ το βουνό, στα ξαφνικά. Και σκυλιά φέρνει και τέρατα φέρνει και τι δεν φέρνει!... Και τα παιδιά; Τα παιδιά;» θυμήθηκε αμέσως. «Τι μου ήρθε να βγω για τα παιδιά; Ας περάσουν τώρα και δικέφαλοι αετοί από μπροστά μου – δικά μου ήταν;»
Της απάντησε μια καινούργια αστραπή, ασύλληπτη σε ένταση, κάπου πιο πέρα· και μια στριγγλιά σαν να έσκουζε μαζί ο μισός κόσμος. Μετά το κάθε τι βουβάθηκε μες στον ορυμαγδό από βροντές που ακολούθησαν – τραντάχτηκε ο τόπος απ’ άκρη σ’ άκρη – και συνόδευσαν για μερικές στιγμές τον διαρκή και μονότονο κρότο της νεροποντής. Και κατόπιν αυτού αστραπές και βροντές ολιγόστευσαν.
Η γυναίκα στον τοίχο ανέπνευσε, ένοιωσε μια πλάκα να φεύγει απ’ το στήθος της – τα νερά δεν είχαν πια νόημα, το χειρότερο είχε περάσει –, και την ίδια στιγμή εφρικίασε: το χειρότερο είχε γίνει, πώς μπορούσε ακόμη και στεκόταν ασάλευτη; Όποιον δεν καίνε οι αστραπές τον κοιμίζουν μήπως; Ή…;
Στ’ αλήθεια δεν μπορούσε να βεβαιωθεί αν ήταν ζωντανή ακόμη, αν είχε ποτέ γεννηθεί, αν ό,τι γινόταν γύρω της ή έγινε κάποτε…"

υπόλοιπες σελίδες εδώ

Thursday, July 19, 2012

Dina Goldstein

The child intuitively comprehends that although these stories are unreal, they are not untrue ...
― Bruno Bettelheim



As radical as the Uses of Enchantment: The Meaning and Importance of Fairy Tales and The Witch Must Die, Goldstein's visual subversion of classic fairy tales entitled "Fallen Princesses," opens up fresh paths into reinterpreting the real: from gender constructions to violence and suffering, these post-lapsarian tableaux demonstrate- in the most successful way- that cruelty inhabits the  world of children and adults alike. Through the synergy between literature and photography as artistic mediums of resistance, words become pictures and pictures become thought.

my personal favourite has to be the good old Snow White

Photos from dina goldstein



Wednesday, April 11, 2012

Spring Symphony

                   cave church, gellert hill, budapest- april 2011.





Άκου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ' τα χείλη των παιδιών
απ' την άγνοια των χελιδονιών
απ' τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ' τ' αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.

Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που 'χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που 'χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου
τι θα 'τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;


[απόσπασμα από την Εαρινή Συμφωνία του Γιάννη Ρίτσου].

Monday, April 09, 2012

Happy Easter


                        -Ευχαριστώ, νονά!



I have met them at close of day
Coming with vivid faces
From counter or desk among grey
Eighteenth-century houses.
I have passed with a nod of the head
Or polite meaningless words,
Or have lingered awhile and said
Polite meaningless words,
And thought before I had done
Of a mocking tale or a gibe
To please a companion
Around the fire at the club,
Being certain that they and I
But lived where motley is worn:
All changed, changed utterly:
A terrible beauty is born.

That woman's days were spent
In ignorant good will,
Her nights in argument
Until her voice grew shrill.
What voice more sweet than hers
When young and beautiful,
She rode to harriers?
This man had kept a school
And rode our winged horse.
This other his helper and friend
Was coming into his force;
He might have won fame in the end,
So sensitive his nature seemed,
So daring and sweet his thought.
This other man I had dreamed
A drunken, vain-glorious lout.
He had done most bitter wrong
To some who are near my heart,
Yet I number him in the song;
He, too, has resigned his part
In the casual comedy;
He, too, has been changed in his turn,
Transformed utterly:
A terrible beauty is born.

Hearts with one purpose alone
Through summer and winter, seem
Enchanted to a stone
To trouble the living stream.
The horse that comes from the road,
The rider, the birds that range
From cloud to tumbling cloud,
Minute by minute change.
A shadow of cloud on the stream
Changes minute by minute;
A horse-hoof slides on the brim;
And a horse plashes within it
Where long-legged moor-hens dive
And hens to moor-cocks call.
Minute by minute they live:
The stone's in the midst of all.

Too long a sacrifice
Can make a stone of the heart.
O when may it suffice?
That is heaven's part, our part
To murmur name upon name,
As a mother names her child
When sleep at last has come
On limbs that had run wild.
What is it but nightfall?
No, no, not night but death.
Was it needless death after all?
For England may keep faith
For all that is done and said.
We know their dream; enough
To know they dreamed and are dead.
And what if excess of love
Bewildered them till they died?
I write it out in a verse —
MacDonagh and MacBride
And Connolly and Pearse
Now and in time to be,
Wherever green is worn,
Are changed, changed utterly:
A terrible beauty is born.

-William Butler Yeats, Easter 1916

Monday, January 09, 2012

Free association


                                                         Carlow, Ireland 2011

                                                   Kalloni, Tinos-Greece, 2010                                  
A Palestinian child holds a sheep in his family farm in eastern Gaza City. Gaza, Palestinian Territory. 24/11/2009.

Muslims worldwide are preparing for Eid al-Adha, or Feast of the Sacrifice, commemorating God's provision of a ram to substitute for Abraham's impending sacrifice of his son, where able Muslims offer an animal sacrifice during the feast rituals.




Counting Sheep by Russell Edson
A scientist has a test tube full of sheep. He
wonders if he should try to shrink a pasture
for them.
They are like grains of rice.
He wonders if it is possible to shrink something
out of existence.
He wonders if the sheep are aware of their tininess,
if they have any sense of scale. Perhaps they think
the test tube is a glass barn ...
He wonders what he should do with them; they
certainly have less meat and wool than ordinary
sheep. Has he reduced their commercial value?
He wonders if they could be used as a substitute
for rice, a sort of wolly rice . . .
He wonders if he shouldn't rub them into a red paste
between his fingers.
He wonders if they are breeding, or if any of them
have died.
He puts them under a microscope, and falls asleep
counting them . . .

Thursday, October 20, 2011

A Sky Full of Kindness by Rob Ryan

British artist Rob Ryan's whimsical story and cut-paper illustrations offer a poignant glimpse into the world of parenthood told as a tale of two birds overwhelmed by the responsibilities of raising a new life. A real artwork of visual and philosophical merit.  

Available at Amazon.

Pictures in Instagram by Simon Lewin:




Monday, October 17, 2011

Friday, September 30, 2011

Ειρήνη- Γ. Ρίτσος



Το Περιστέρι της Ειρήνης του Pablo Picasso.


Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη. Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού
που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές
κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘καψε η πυρκαγιά
δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους
και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι η μυρουδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο
δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα
σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα
σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τα μάτια μας
με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει,
τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας:
το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.
Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.
Τότε που η μέρα που πέρασε,
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιος ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη τη γη,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.
Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη.
Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος
με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.



Friday, September 23, 2011

A Prayer for my Daughter (William Butler Yeats)



Once more the storm is howling, and half hid
Under this cradle-hood and coverlid
My child sleeps on. There is no obstacle
But Gregory's wood and one bare hill
Whereby the haystack- and roof-levelling wind,
Bred on the Atlantic, can be stayed;
And for an hour I have walked and prayed
Because of the great gloom that is in my mind.

I have walked and prayed for this young child an hour
And heard the sea-wind scream upon the tower,
And under the arches of the bridge, and scream
In the elms above the flooded stream;
Imagining in excited reverie
That the future years had come,
Dancing to a frenzied drum,
Out of the murderous innocence of the sea.

May she be granted beauty and yet not
Beauty to make a stranger's eye distraught,
Or hers before a looking-glass, for such,
Being made beautiful overmuch,
Consider beauty a sufficient end,
Lose natural kindness and maybe
The heart-revealing intimacy
That chooses right, and never find a friend.

Helen being chosen found life flat and dull
And later had much trouble from a fool,
While that great Queen, that rose out of the spray,
Being fatherless could have her way
Yet chose a bandy-leggèd smith for man.
It's certain that fine women eat
A crazy salad with their meat
Whereby the Horn of Plenty is undone.

In courtesy I'd have her chiefly learned;
Hearts are not had as a gift but hearts are earned
By those that are not entirely beautiful;
Yet many, that have played the fool
For beauty's very self, has charm made wise,
And many a poor man that has roved,
Loved and thought himself beloved,
From a glad kindness cannot take his eyes.

May she become a flourishing hidden tree
That all her thoughts may like the linnet be,
And have no business but dispensing round
Their magnanimities of sound,
Nor but in merriment begin a chase,
Nor but in merriment a quarrel.
O may she live like some green laurel
Rooted in one dear perpetual place.

My mind, because the minds that I have loved,
The sort of beauty that I have approved,
Prosper but little, has dried up of late,
Yet knows that to be choked with hate
May well be of all evil chances chief.
If there's no hatred in a mind
Assault and battery of the wind
Can never tear the linnet from the leaf.

An intellectual hatred is the worst,
So let her think opinions are accursed.
Have I not seen the loveliest woman born
Out of the mouth of Plenty's horn,
Because of her opinionated mind
Barter that horn and every good
By quiet natures understood
For an old bellows full of angry wind?

Considering that, all hatred driven hence,
The soul recovers radical innocence
And learns at last that it is self-delighting,
Self-appeasing, self-affrighting,
And that its own sweet will is Heaven's will;
She can, though every face should scowl
And every windy quarter howl
Or every bellows burst, be happy still.

And may her bridegroom bring her to a house
Where all's accustomed, ceremonious;
For arrogance and hatred are the wares
Peddled in the thoroughfares.
How but in custom and in ceremony
Are innocence and beauty born?
Ceremony's a name for the rich horn,
And custom for the spreading laurel tree.



(1919)

Tuesday, September 06, 2011

CRADLE SONG by William Blake (1757-1827)



      LEEP, sleep, beauty bright,
      Dreaming in the joys of night;
      Sleep, sleep; in thy sleep
      Little sorrows sit and weep.
       
      Sweet babe, in thy face
      Soft desires I can trace,
      Secret joys and secret smiles,
      Little pretty infant wiles.
       
      As thy softest limbs I feel,
      Smiles as of the morning steal
      O'er thy cheek, and o'er thy breast
      Where thy little heart doth rest.
       
      O the cunning wiles that creep
      In thy little heart asleep!
      When thy little heart doth wake,
      Then the dreadful night shall break.

Thursday, August 25, 2011

Η Χαρά και το Γκουντούν- Το μυστικό της μαξιλαροθήκης


Μεγαλώσαμε με τα παραμύθια του Ευγένιου Τριβιζά, και τώρα ήρθε η σειρά των παιδιών μας να μυηθούν στον θαυμαστό κόσμο της φαντασίας του δημιουργού της αξέχαστης Φρουτοπίας. Μία από τις αγαπημένες μας ιστορίες είναι "Η Χαρά και το Γκουντούν: Το μυστικό της μαξιλαροθήκης"  (Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, 2002) που αποτελεί την πρώτη από μια σειρά ιστοριών, και την διαβάζω ανελλιπώς στην κόρη μου στα ελληνικά. Αν και απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας 4-7 ετών, σπάσαμε τους κανόνες και ξεκινήσαμε την αναγνωσή του από 13 μηνών χωρίς κανένα πρόβλημα. Το βιβλίο "μιλάει" στα παιδία πέρα από ηλικίες καί πέρα από γλώσσες. Συχνά, έχει χρειαστεί να το μεταφράσω στα αγγλικά καθώς διαβάζω για να το καταλάβουν και παιδιά συγγενών καί φίλων μας που ενθουσιάζονται με τις περιπέτειες της μικρής ηρωίδας και του χαριτωμένου φίλου της και ζητάνε "more, more" (κι άλλο, κι άλλο).

Αγοράσαμε το βιβλίο περυσι στη Λευκάδα και κατόπιν η μοίρα το οδήγησε στην μετανάστευση: η Χαρά και το Γκουντούν είναι πλέον κάτοικοι Ιρλανδίας. 

Η ιστορία πάει κάπως έτσι:

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ το πιο περίεργο, το πιο χαριτωμένο, το πιο απίθανο ζωάκι του κόσμου ζητάει καταφύγιο στο δωμάτιο της Χαράς. Η Χαρά το σώζει από το θανάσιμο εχθρό του και το ζωάκι αποφασίζει να μείνει παντοτινά κοντά της. Έτσι αρχίζουν οι θαυμαστές, μυστικές του περιπέτειες, σε λιβάδια με τετράφυλλα τριφύλλια, σε φάρους με γαλάζιους γλάρους, σε δάση με μαγεμένες πασχαλιές, σε βουνά από κανέλα και θαλασσινές σπηλιές...




http://www.patakis.gr/viewshopproduct.aspx?id=231772



συνεχίζεται...

Wednesday, August 24, 2011

"Ινέζ" σημαίνει "αγνή"...




Μὲς στὴν κλειστὴ μοναξιά μου
Ἔσφιξα τὴ ζεστὴ παιδική σου ἄγνοια
Στὴν ἁγνὴ παρουσία σου καθρέφτισα τὴ χαμένη ψυχή μου.

Ἐμεῖς ἀγαπήσαμε. Ἐμεῖς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Ἐμεῖς
Μοιραστήκαμε τὸ ψωμὶ καὶ τὸν κόπο μας

Κι ἐγὼ μέσα σὲ σένα καὶ σ᾿ ὅλους.




Μέρος Ι από τα "Πέντε μικρά θέματα"
του Μανόλη Αναγνωστάκη