Pages

Translate

Thursday, January 10, 2013

Travel Diaries: Copenhagen in B&W

“Life can only be understood backwards; but it must be lived forwards.

                                              -Søren Kierkegaard 




    Irish abroad

    New Year's day at the National Museum

    floating at the Royal Danish Playhouse


    I found thee in the dark: the little mermaid

    sailing by the Copenhagen Opera House

    watching the horses parading in Holmen's Kanal


    resting on Danish chairs with wheels at the Design Museum

    waiting for the boat


Just back from Denmark where I bid farewell to 2012, and here's a first taste of Copenhagen in black & white. In case you are wondering, yes, it was frrrrrrreezin.

Stay tuned for more photos to come (in colour this time).

So long

xoxoxo


Tuesday, December 18, 2012

Kilcolgan: Postcards from my Hood

Pretend that you owe me nothing
                                                                  And all the world is green
We can bring back the old days again
And all the world is green.
-Tom Waits










from my neighborhood in Athens, I used to see aerials, the Lycavitos hill, the interiors of others people's apartments, balconies in every size, the street stretching from Alexandras' avenue to the park, stray cats, Ymitos and an endless line of parked cars like a multicolored serpent in hibernation. In my Irish neighborhood I see the skies and the clouds ever-changing, a river running timidly towards the Atlantic unknown, green grass everywhere and sheep and cows and ladies power-walking in the rain.

I miss the sound of the lift as it departs from the groundfloor to the fourth floor. The sound of the doorbell, the sound of the keys unlocking the door, the smell of foods being prepared simultaneously, a battle among thirty kitchens from Athens to Nigeria.

The sound of wooden blinds closing at 2:00 pm for the holy siesta.


Friday, November 09, 2012

Find BabogMoro on Facebook

Dear BabogMoro friends,

You can "Like" BabogMoro on our Facebook page which you can find here. We will soon be back with a new "face"...

Looking forward to your comments, and do not forget to become members of the blog too!

Thank you,

xoxoxoxo
babogmoro


Friday, October 26, 2012

Kantata: Αγιομαυρίτικη Παρέα στην Λευκάδα

After the things are broken and scattered, still, alone, more fragile, but with more vitality, more unsubstantial, more persistent, more faithful, the smell and taste of things remain poised a long time, like souls, ready to remind us, waiting and hoping for their moment, amid the ruins of all the rest; and bear unfaltering, in the tiny and almost impalpable drop of their essence, the vast structure of recollection.  
-Marcel P.







this song is for Matina
xxx

Friday, September 28, 2012

Ζ.Ζ.

Εν μέρει κρυφά, εν μέρει φανερά, έτσι τέλειωσαν κι έτσι άρχισαν όλα.





" Ένα δειλινό αυλακωμένο από αστραπές, μ’ έναν σάλο να κατεβαίνει απ’ τα υψώματα σκορπώντας παντού πέτρες, ακόμα χωρίς να βρέχει, μόνο να πέφτουν στάλες εδώ κι εκεί και ν’ αφήνουν πατημασιές στο χώμα – από κείνες τις στάλες –, με την ατμόσφαιρα να ’χει ανταριάσει για καλά και τον κατακλυσμό να πλησιάζει, τρία μικρά αγόρια σ’ έναν δρόμο μάχονταν να φέρουν ακόμα μια γύρα στο παιχνίδι τους, να τελειώσει το στοίχημα (έπαιζαν σβούρες· ο νικητής θα ’φευγε με τρεις σβούρες στην αγκαλιά, οι άλλοι δυο με καμμία), να τελειώσει λοιπόν το στοίχημα – «Παναγίτσα μου, καταιγίτσα μου, κι ύστερα να πιάσεις!» ευχήθηκε εκείνο απ’ τα τρία που η τύχη ως τώρα το ευνοούσε απίστευτα – , να πάρει τέλος όπου να ’ναι το στοίχημα – «Χμ, πού ξέρεις», σκέφτηκε ο δεύτερος εν όσ ο πυρετός ανέβαινε, «πού ξέρεις!», δεν αποκλείεται η τύχη ν’ άλλαζε διάθεση –, να λήξει επιτέλους το αναθεματισμένο το στοίχημα, η τελευταία εκείνη γύρα... -  και ξαφνικά ο τρίτος αποκαρδίστηκε.
«Εμένα έχε με παρατημένο», είπε στον όμοιό του ρίχνοντας μια χαμηλή ματιά στον άλλον· «θα σας κοιτάζω μόνο για να δω».
Και όντως αποσύρθηκε, είχε την ατυχία με το μέρος του ως τώρα και είχε βαρεθεί, ήταν κι αυτή η μαυρίλα από πάνω… Και την ίδια στιγμή δυο γυναίκες πιο πέρα, που μιλούσαν για κάτι σημαντικό κι απ’ την αδημονία χαϊδεύονταν, άγγιζε η μια τα μαλλιά και τους ώμους της άλλης, αποφάσισαν και σταμάτησαν, άφησαν τα σημαντικότερα στη μέση, κι έτρεξαν να κρυφτούν πριν ξεσπάσει η μπόρα. Απόρησαν όμως μ’ εκείνα τα παιδιά, φευγαλέα όπως τα πήρε το μάτι τους, απόρησαν με το σθένος και την αστοχασιά τους, και η μια απ’ τις δυο δεν ησύχασε, έρριξε κάτι στο κεφάλι της και βγήκε πάλι στον δρόμο να πει στα παιδιά να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους, ή εν ανάγκη να τα περιμάσει στο δικό της.
«Άντ’ εσείς εκεί!... Γενναίοι! Φτάνει τόσο!» φώναξε χειρονομώντας προς το μέρος τους, καθώς με βία ξεχώριζε τα τρία μικρά κορμιά να παλεύουν στα ψέμματα (έτσι της φάνηκε, σαν να το γλεντούσαν), όχι πια με τις σβούρες και το στοίχημα, αλλά μ’ έναν αλύπητο δελληβοριά που γύρευε να τα βγάλει απ’ την μέση – να ξαποστείλει και την ίδια βέβαια, γι’ αυτό κούνησε άλλη μια φορά το χέρι της άσκοπα και πήγε και ζάρωσε σ’ έναν τοίχο –, καθώς όλα ήταν φοβερά και προμηνύονταν φοβερότερα κι ως την άλλη στιγμή δεν φαινόταν τίποτε από παιδιά και παιχνίδια στον δρόμο, η βροχή – που μονομιάς πλάκωσε κι έπεφτε σαν να μην είχε σταματήσει επί ώρες – δεν την άφηνε να διακρίνει τίποτα, μόνο κουρτίνες από νερά να την τυλίγουν έβλεπε, να την χτυπούν σαν βέργες, και κάτι έξαλλες αστραπές που χαράκωναν τον ουρανό και κατέβαιναν μερικές-μερικές ως τα πόδια της, εκεί μπροστά της· μπροστά της λες και τις φώναζε, λες και βρισκόταν σε απάτητη βουνοκορφή, αυτή και τα στοιχειά της φύσης.
«Λίγοι έζησαν ν’ αξιωθούν τέτοιο κακό», άρθρωσε χωρίς να το καταλάβει κι αναπάντεχα θυμήθηκε που το περασμένο βράδυ κοίταζε αγριοτριανταφυλλιές σ’ ένα μέρος, στον ύπνο της, κι ένα κορίτσι που ήθελε να βγει κι έπεφτε όσο να βγει έξω· σηκωνόταν, σκάλωνε πάλι, ξανάπεφτε… Καλό σημάδι οι αγριοτριανταφυλλιές. «Καλό σημάδι και φαντασίες», απάντησε στους πόθους της κι επανήλθε στην πραγματικότητα με το να φέρει στην θύμηση κάποιον που έλεγε σε μια παρέα κάποτε πως αν πέσει αστραπή μπροστά σου και δεν σε κάψει, κι είσαι ακόμη ζωντανός, να χρωστάς χάρι, έλεγε, μεγάλη χάρι, αλλά και να μην ξεχνάς… να μην ξεχνάς… - μάρτυς της ο Θεός δεν θυμόταν περισσότερα απ’ τα σοφά εκείνα λόγια, ούτε πού να χρωστάς την χάρι ούτε τι να μην ξεχνάς: η βροχή την μούσκευε ως το κόκκαλο κι εκείνες οι οργισμένες αστραπές, ακόμη κι οι μακρινότερες, την άγγιζαν μέχρι το μέσα της ψυχής της και την ανάγκαζαν να κρατάει ανοιχτά τα μάτια και φυσικά να μη σαλεύει – να πάει πού; «Δεν έχω γλυτωμό», ψιθύρισε ξανά, «μόνο από θαύμα», κι έκανε ασυναίσθητα να πάει πιο πίσω, μα η πλάτη της ακουμπούσε στον τοίχο· για βήμα μπροστά ούτε λόγος. Κι αφαιρέθηκε για  λίγο βάζοντας το χέρι της στο στόμα, λυπούμενη τα ρούχα που φορούσε… Κι είδε ένα σκυλί να κλαίει μπροστά της ταπεινωμένο, να κουνιέται στο πλάι της, πάλι μπροστά της, που δεν ήταν σαν τα άλλα σκυλιά. Το είδε και το ’χασε. «Σήμερα το μυαλό μου δεν δουλεύει καλά», σκέφτηκε. Πώς ήταν δυνατόν; Δεν ήταν ένα αυτό το σκυλί και δεν ήταν μόνο το μυαλό της· υπήρχε και δεύτερο – τα είδε που πέρασαν με μια κίνηση δυο κεφάλια (το ’να μπροστά, τ’ άλλο κατ’ αλλού), παρέλυσε η καρδιά της απ’ τον τρόμο, ύστερα χάθηκαν. Μα ούτε δύο μπορούσες να τα πεις αυτά τα σκυλιά ούτε ένα. Α, μήπως ήταν καλύτερα να βλέπει αστραπές; Οι αστραπές τουλάχιστον έλεγες πως είναι αστραπές, δουλειές της φύσης, ενώ το άλλο… «Ησύχασε, να χαρείς ησύχασε», είπε στον εαυτό της, έτοιμη όπως ήταν να παραδοθεί σε ζοφερότερες σκέψεις. «Είναι η μπόρα, εκείνο το σύννεφο απ’ το βουνό, στα ξαφνικά. Και σκυλιά φέρνει και τέρατα φέρνει και τι δεν φέρνει!... Και τα παιδιά; Τα παιδιά;» θυμήθηκε αμέσως. «Τι μου ήρθε να βγω για τα παιδιά; Ας περάσουν τώρα και δικέφαλοι αετοί από μπροστά μου – δικά μου ήταν;»
Της απάντησε μια καινούργια αστραπή, ασύλληπτη σε ένταση, κάπου πιο πέρα· και μια στριγγλιά σαν να έσκουζε μαζί ο μισός κόσμος. Μετά το κάθε τι βουβάθηκε μες στον ορυμαγδό από βροντές που ακολούθησαν – τραντάχτηκε ο τόπος απ’ άκρη σ’ άκρη – και συνόδευσαν για μερικές στιγμές τον διαρκή και μονότονο κρότο της νεροποντής. Και κατόπιν αυτού αστραπές και βροντές ολιγόστευσαν.
Η γυναίκα στον τοίχο ανέπνευσε, ένοιωσε μια πλάκα να φεύγει απ’ το στήθος της – τα νερά δεν είχαν πια νόημα, το χειρότερο είχε περάσει –, και την ίδια στιγμή εφρικίασε: το χειρότερο είχε γίνει, πώς μπορούσε ακόμη και στεκόταν ασάλευτη; Όποιον δεν καίνε οι αστραπές τον κοιμίζουν μήπως; Ή…;
Στ’ αλήθεια δεν μπορούσε να βεβαιωθεί αν ήταν ζωντανή ακόμη, αν είχε ποτέ γεννηθεί, αν ό,τι γινόταν γύρω της ή έγινε κάποτε…"

υπόλοιπες σελίδες εδώ

Saturday, September 15, 2012

let's cook together right now oh yeah



No one who cooks, cooks alone. 
Even at her most solitary, a cook in the kitchen is surrounded
 by generations of cooks past, 
the advice and menus of cooks present.
 
                                                                                                                                                 ― L. Colwin


Vassiliki and Katerina preparing divine kourkouti with sugar and cinnamon in Lefkada last summer.


Thursday, September 06, 2012

H-ERA

Fashion is not something that exists in dresses only. Fashion is in the sky, in the street, fashion has to do with ideas, the way we live, what is happening.  
Coco Chanel

H-era 


Last July I was invited by my friend and fashion designer extraordinaire H-era (Ira Limniotaki) to her fashion show at Mamacas in Gazi. Here are a few shots I took backstage and on the  catwalk on a "double bill" with fellow designer Nassos Ntotsikas. You can find H-era's creations here.

Watch this space.

xoxoxoxo